Διανύουμε μία εποχή κατά την οποία όλο και περισσότεροι μαθητές λαμβάνουν διαγνώσεις για διάφορες μαθησιακές δυσκολίες, με επικρατέστερη τη δυσλεξία. Τι είναι όμως πραγματικά η δυσλεξία; Πόσο πρέπει να προβληματίζει τους γονείς αλλά και τους ίδιους τους μαθητές; Υφίσταται εκ γενετής ή δημιουργείται στην πορεία ανάπτυξης ενός παιδιού;
Αρχικά, πρέπει να διασαφηνιστεί ότι η δυσλεξία δεν είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικής ή νευρικής βλάβης, ούτε προκαλείται από κάποια δυσπλασία του εγκεφάλου, αντίθετα πρόκειται για μία νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Προκειμένου να την κατανοήσουμε, θα ήταν βοηθητικό να σταθούμε στους διαφορετικούς τρόπους σκέψης. “Λεκτικός” και “μη λεκτικός”. Στην πρώτη περίπτωση, τα άτομα σκέφτονται κυρίως με βάση τους ήχους των λέξεων ενώ στη δεύτερη περίπτωση, με βάση νοητές εικόνες εννοιών-ιδεών. Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι ο μη λεκτικός τρόπος σκέψης, δεν επιτρέπει στο άτομο να σκεφτεί λέξεις των οποίων τα νοήματα δεν μπορεί εύκολα να απεικονίσει. Κάθε φορά που διακόπτεται η διαδικασία σύνθεσης μιας εικόνας, το άτομο φτάνει σε σύγχυση καθώς η εικόνα χάνει τη συνοχή της και αυτή η διαδικασία οδηγεί στον λεγόμενο αποπροσανατολισμό.

Κατά την διαδικασία του αποπροσανατολισμού, η αντίληψη των συμβόλων μεταβάλλεται και διαστρεβλώνεται, σε τέτοιο βαθμό που η ανάγνωση και η γραφή γίνονται ιδιαίτερα δύσκολες έως και αδύνατες. Ο αποπροσανατολισμός αποτελεί φυσιολογική διαδικασία της σκέψης των ατόμων με δυσλεξία και αυτό γιατί τους βοηθά να αντιλαμβάνονται τις πληροφορίες από πολλές οπτικές γωνίες, καθώς και να λαμβάνουν περισσότερες πληροφορίες από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Αυτό που ουσιαστικά προκαλεί την σύγχυση είναι οι λέξεις που έχουν αφηρημένη έννοια και συνεπώς δεν μπορούν να σχηματίσουν εικόνες με τις σημασίες τους.
Ανάμεσα στην ηλικία των 9-12 ετών, οι μαθητές στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την δυσλεξία επινοούν προσωρινές λύσεις ανακούφισης, οι οποίες όμως δεν βοηθούν πραγματικά στο πρόβλημα. Κυρίως, εφευρίσκουν τεχνάσματα για να υπερνικούν τα εμπόδια του γραπτού λόγου και να κρύβουν την δυσκολία τους να διαβάζουν σωστά. Μία σωστή τακτική για να περιγράψουμε σ’ ένα παιδί με δυσλεξία την έννοια μιας λέξης, θα ήταν να του δείξουμε μία αντίστοιχη εικόνα αλλά ακόμη κι αυτό, θα απαιτούσε αρκετές επαναλήψεις.
Η δομή της δυσλεξίας ακολουθεί διαδοχικά τα εξής στάδια:
- το άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με κάποιο ερέθισμα που δυσκολεύεται ν’ αναγνωρίσει
- η αδυναμία αναγνώρισης δημιουργεί σύγχυση και προκαλεί αποπροσανατολισμό
- ο αποπροσανατολισμός προκαλεί αφομοίωση λανθασμένων δεδομένων
- η αφομοίωση λανθασμένων δεδομένων οδηγεί στη δημιουργία λαθών
- τα λάθη δημιουργούν συναισθηματικές αντιδράσεις
- οι συναισθηματικές αντιδράσεις προκαλούν απογοήτευση
- το άτομο εξαναγκάζεται να υιοθετήσει λύσεις ώστε να ξεπεράσει τα προβλήματα του αποπροσανατολισμού που δημιουργούνται στη διαδικασία της αναγνώρισης.
- η μαθησιακή δυσκολία συνίσταται στις καταναγκαστικές, προσωρινές και μη αποτελεσματικές λύσεις που εφαρμόζει το άτομο.
- με την εφαρμογή αυτών των λύσεων, η μάθηση καθίσταται δύσκολη έως αδύνατη
Συνοψίζοντας, η δυσλεξία σύμφωνα και με το DSM-5 ανήκει στις Ειδικές Μαθησιακές Διαταραχές και είναι απαραίτητη η έγκαιρη ανίχνευσή της προκειμένου να προωθηθεί η ψυχολογική και ακαδημαϊκή εξέλιξη του παιδιού. Επιπλέον, η διάγνωση πραγματοποιείται από διεπιστημονικές ομάδες(ειδικούς παιδαγωγούς, λογοπεδικούς, ψυχολόγους) σε εξειδικευμένα ιδιωτικά κέντρα ή σε δημόσιους φορείς(ΚΕΔΑΣΥ). Αφορά σε δυσκολίες γραπτού-προφορικού λόγου, ανάγνωσης, οργάνωσης χρόνου, προσανατολισμού(δεξιά-αριστερά),κ.ά.
Η δυσλεξία δεν θεραπεύεται αλλά αντιμετωπίζεται με εξατομικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα παρέμβασης, πολυαισθητηριακές μεθόδους μάθησης και στρατηγικές οργάνωσης. Στην διαδικασία αντιμετώπισης της μαθησιακής αυτής δυσκολίας αλλά και όλων των μαθησιακών δυσκολιών, πρωτεύοντα ρόλο πέρα από την λειτουργικότητα του μαθητή έχει η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης, που βασίζεται κυρίως στο υποστηρικτικό περιβάλλον του παιδιού(γονείς-εκπαιδευτικοί).
Ίσως λοιπόν, να ήταν χρήσιμο να αναλογιστούμε αν τελικά ένα παιδί είναι λογικό να βιώνει ματαίωση ή να νιώθει γενικότερα αισθήματα ενοχής ή ότι υπολείπεται σε νοητικό επίπεδο, απλά και μόνο επειδή σκέφτεται με τρόπο διαφορετικό…
Πώς θα ήταν άραγε μία κοινωνία ανθρώπων, οι οποίοι θα είχαν τον ίδιο τρόπο σκέψης;
Ποιες πιστεύετε ότι θα ήταν οι συνέπειες της αναθεώρησης του εκπαιδευτικού συστήματος; Θα ήταν εφικτό, τροποποιώντας το εκπαιδευτικό σύστημα να ευνοηθούν όλοι οι μαθητές ανεξαρτήτως τρόπου σκέψης;
Πόσο η κοινωνία μας τελικά μπορεί να θεωρηθεί μία κοινωνία συμπερίληψης όταν αποκλείει άτομα με διαφορετική μεθοδολογία σκέψης;;
Βιβλιογραφική πηγή
Davis, R.D. & Braun, E. M. (2000). Το χάρισμα της δυσλεξίας Εκδ. Καστανιώτη
