Ποια η στάση των γονέων απέναντι στις φιλίες των παιδιών τους;
Πόσο ωφελεί τα παιδιά η παρέμβαση των γονέων στις προσωπικές τους σχέσεις;
Οι φιλίες αποτελούν βασικό παράγοντα της ζωής και της ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Ιδιαίτερα κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, οι φιλίες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της κοινωνικής ταυτότητας των παιδιών.
Ως φιλία ο Willard Hartup περιγράφει μία σχέση που χαρακτηρίζεται από στοργή, αμοιβαιότητα και δέσμευση μεταξύ των ανθρώπων που θεωρούν πως είναι λίγο έως πολύ ίσοι μεταξύ τους.
Σύμφωνα με τον Hartup η φιλία βοηθά στην ανάπτυξη των παιδιών καθώς τους παρέχει πληροφορίες για τον εαυτό τους , τους άλλους και τον κόσμο άρα προάγει την οικοδόμηση της γνώσης για τον εαυτό και τον κόσμο γύρω τους. Προσφέρει διασκέδαση και ανακουφίζει από το καθημερινό άγχος. Παρέχει πρότυπα στενών σχέσεων που θα γίνουν σημαντικές αργότερα στην ζωή . Και τέλος, παρέχει τα πλαίσια μέσα στα οποία τα παιδιά αναπτύσσουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες (επικοινωνία, συνεργασία, προσαρμοστικότητα, κ.ά.)
Στην αναζήτηση των φίλων όλα τα παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με την πιθανότητα να μην είναι αρεστά ,μαθαίνουν να ανταγωνίζονται για να κατακτήσουν την κοινωνική τους θέση, καθώς επίσης καλούνται να αντιμετωπίσουν συγκρούσεις, οι οποίες προκύπτουν αναπόφευκτα. Όλα αυτά συμβαίνουν λογικά κατά την διαδικασία δημιουργίας κοινωνικών σχέσεων όταν τα παιδιά περνούν μεγάλο διάστημα του χρόνου τους μαζί με τους συνομηλίκους τους. Στην διαδικασία σύναψης φιλικών σχέσεων σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η ικανότητα να υπολογίζουν την άποψη των άλλων και η εκτίμηση των ηθικών κανόνων.
Τα παιδιά συνήθως διαλέγουν ως φίλους τους άλλα παιδιά που είναι όμοια με αυτά(ίδια ηλικία, ίδια φυλή, ίδιο φύλο, ίδιο επίπεδο δεξιοτήτων, κ.ά.), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν σχηματίζονται και διακατηγοριακές φιλίες.
Σύμφωνα με τον Gottman υπάρχουν πέντε πλευρές της παιδικής κοινωνικής συναλλαγής που προωθούν τις φιλίες: οι κοινές δραστηριότητες, η σαφής επικοινωνία η ανταλλαγή πληροφοριών, η επίλυση συγκρούσεων και τέλος, η αμοιβαιότητα.

Είναι λοιπόν γεγονός ότι οι επιδράσεις των ενηλίκων στις σχέσεις των παιδιών είναι καθοριστικές. Οι δάσκαλοι λειτουργούν ως «καθοδηγητές» των παιδιών αφού η δική τους συμπεριφορά κατευθύνει τις προτιμήσεις των παιδιών και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το ένα παιδί το άλλο. Οι γονείς επίσης, διαμορφώνουν τις σχέσεις των παιδιών τους με τους συνομηλίκους σκόπιμα ή μη, μέσω των επιλογών τους(πχ. επιλογή σχολείου) ή μέσω του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν και του τρόπου αντίδρασής τους στις κοινωνικές συμπεριφορές των παιδιών τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι γονείς επηρεάζουν μέσω των σχημάτων συμπεριφοράς που τους έχουν «κληροδοτήσει» αλλά και μέσω των κοινωνικών κανόνων που είναι αποδεκτοί απ’ τις ενήλικες κοινότητες(Rubin & Sloman, 1984).
Ποια είναι όμως η επίδραση των ενηλίκων στις σχέσεις των παιδιών με τους συνομηλίκους τους;
Για μία ακόμη φορά συνειδητοποιούμε ότι η επίδραση των ενηλίκων στα παιδιά είναι άμεση, ακόμη και στις σχέσεις, τις οποίες συνάπτουν. Αξίζει λοιπόν, να αναρωτηθούμε, όταν παρατηρούμε συμπεριφορές που μας προβληματίζουν, καθώς και δυσκολίες στις φιλίες των παιδιών μας, πώς εμείς ενδέχεται να τα επηρεάζουμε με την στάση μας;
Τι θα εξυπηρετούσε περισσότερο ;
Με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να σταθούμε;
Μήπως παρεμβαίνοντας σε αυτές τις διαδικασίες, αντί να βοηθάμε, «κλέβουμε» την αυτονομία και τη δυνατότητα ανάπτυξης και εξέλιξης των πιο αγαπημένων μας;
