Άγχος αποχωρισμού: Μία φυσιολογική αναπτυξιακή αντίδραση
Όλα όσα θα είναι καλό να γνωρίζετε γι’ αυτήν την φάση…Πότε αρχίζει , πότε σταματάει, βαθμός έντασης και συνέπειες στην μετέπειτα ζωή.
Ως άγχος αποχωρισμού μπορούμε να ορίσουμε τη δυστυχία που δείχνουν τα βρέφη όταν η μητέρα τους φεύγει από το οπτικό τους πεδίο.
Καθώς τα βρέφη αναπτύσσονται, γεννάται η ανάγκη της εξερεύνησης του κόσμου και η ανάγκη για παιχνίδι, γεγονός που τα απομακρύνει από την μητέρα. Έχοντας όμως την άμεση ανάγκη για ασφάλεια καθώς βρίσκονται σε μία φάση ευαλωτότητας , δημιουργείται ένας μηχανισμός που παρέχει την ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για ασφάλεια και στην ανάγκη για απόκτηση εμπειριών μάθησης. Ο μηχανισμός αυτός σύμφωνα με τον John Bowlby ονομάζεται δεσμός. Σύμφωνα με τον Bowlby υπάρχουν τέσσερα στάδια της ανάπτυξης του δεσμού στην διάρκεια των 2 πρώτων ετών που δημιουργούν μία δυναμική ισορροπία μεταξύ του ζεύγους μητέρας – παιδιού.
Στην πρώτη φάση που ξεκινά με τη γέννηση και ολοκληρώνεται στις 6 εβδομάδες περίπου, δεν παρατηρείται κάποια αναστάτωση στα βρέφη, καθώς δεν ξεχωρίζουν τα άτομα φροντίδας, ούτε συνειδητοποιούν ότι μένουν μόνα τους.
Η δεύτερη φάση ξεκινά από τις 6 εβδομάδες και φτάνει στους 6-8 μήνες, σε αυτό το στάδιο παρατηρείται μία ανταπόκριση των βρεφών προς τα πρόσωπα φροντίδας, καθώς και μία επιφυλακτικότητα προς τα άγνωστα αντικείμενα και τους ανθρώπους.
Η τρίτη και σημαντικότερη φάση χαρακτηρίζεται ως «φάση του σαφούς δεσμού» είναι το διάστημα από τους 6-8 μήνες έως τους 18-24 μήνες. Σε αυτήν την περίοδο, το παιδί εμφανίζει το άγχος αποχωρισμού όταν αποχωρίζεται από την μητέρα ή το πρόσωπο φροντίδας. Η δημιουργία του δεσμού είναι απαραίτητη καθώς παρέχει στο παιδί ένα αίσθημα ασφάλειας. Η μητέρα λειτουργεί ως βάση ασφάλειας, από την οποία το παιδί αποχωρεί με σκοπό να εξερευνήσει και στην οποία είναι σε θέση να επιστρέψει κάθε τόσο.
Η μητέρα την περίοδο αυτή είναι σε μεγαλύτερο βαθμό υπεύθυνη για την διατήρηση της ισορροπίας του δεσμού, καθώς το βρέφος διαθέτει περιορισμένες ικανότητες.
Η τέταρτη φάση που ξεκινά από τους 18-24 μήνες χαρακτηρίζεται από μία αμοιβαιότητα στη σχέση, στην οποία μητέρα και παιδί είναι συνυπεύθυνοι για τη διατήρηση της ισορροπίας του συστήματος.
Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ γονιού και παιδιού, σύμφωνα με τον Bowlby, λειτουργεί ως εσωτερικευμένο μοντέλο εργασίας που το παιδί θα χρησιμοποιήσει για να κατευθύνει τις συναλλαγές του με τα πρόσωπα που το φροντίζουν αλλά και με άλλους ανθρώπους. Η Mairy Ainsworth υποστήριξε ότι αυτά τα εσωτερικευμένα μοντέλα εργασίας καθοδηγούν την αντίληψη του ατόμου για τον εαυτό του και τους άλλους. Τα μοντέλα αυτά τείνουν να παρουσιάζουν σχετική σταθερότητα και να επηρεάζουν τη συναισθηματική ρύθμιση, καθώς και την λειτουργία των διαπροσωπικών σχέσεων στην ενήλικη ζωή.
Δημιουργούνται λοιπόν, διαφορετικοί τύποι δεσμού ανάλογα με την ανταπόκριση της μητέρας, τα χαρακτηριστικά του παιδιού, τις πολιτισμικές επιδράσεις, κ.ά., οι οποίοι σύμφωνα με μελέτες σχετίζονται με τον τρόπο που θα συσχετιστούμε και θα συνάψουμε σχέσεις στην ενήλικη ζωή μας(Hazan & Shaver,1987).
Ας αναλογιστούμε λοιπόν, σε ποιο βαθμό τα πρότυπα συναισθηματικής εγγύτητας που σχηματίζονται στη βρεφική ηλικία επανεμφανίζονται στις στενές σχέσεις της ενήλικης ζωής;
